διαμοιράζω

διαμοιρ-άζω,
A divide into equal portions, cut up,

κόστον Aët.1.138

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμοιράζω — διαμοιράζω, διαμοίρασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαμοιράζω — (Α διαμοιράζω) 1. κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω 2. τεμαχίζω κάτι και τό διανέμω 3. κατανέμω 4. ( ομαι) μοιράζομαι με άλλον νεοελλ. 1. κομματιάζω, κατασπαράσσω 2. τοποθετώ αραιά …   Dictionary of Greek

  • διαμοιράζω — διαμοίρασα, διαμοιράστηκα, διαμοιρασμένος, διαιρώ σε μερίδια και τα μοιράζω: Θα διαμοιράσω το φαγητό την ώρα του γεύματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαμοιράσας — διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act fem acc pl (doric) διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act fem gen sg (doric) διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act fem acc pl (doric) διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διά — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • κατανέμω — (AM κατανέμω) 1. διαιρώ κάτι σε μέρη ή ομάδες («δέκα δὲ καὶ τοὺς δήμους κατένειμε ἐς τὰς φυλάς», Ηρόδ.) 2. διανέμω, διαμοιράζω (α. «κατένειμε τήν περιουσία του στα παιδιά του» β. «κατανεῑμαι δὲ τὴν χώρην Αἰιγυπτίοισι», Ηρόδ.) αρχ. 1. βόσκω… …   Dictionary of Greek

  • μερίζω — (ΑM μερίζω, Α δωρ. τ. μερίσδω, Μ και ἱμερίζω) 1. χωρίζω κάτι σε μέρη (α. «οὐσίαν πιοῡσι τὸ ἄπειρον καὶ μερίζουσι», Αριστοτ. β. «ἐὰν κατὰ μέρος μερισθέντες φυλάττωμεν», Ξεν.) 2. διανέμω, διαμοιράζω 3. κατανέμω, κατατάσσω, τακτοποιώ («κατά τόπους… …   Dictionary of Greek

  • διαμοιρωμένα — διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc/acc dual διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc/acc dual διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιαμοίραστος — η, ο [διαμοιράζω] αυτός που δεν διαμοιράστηκε, αμοίραστος, αδιανέμητος, αδιαίρετος …   Dictionary of Greek

  • αναδίδω — και δίνω (Α ἀναδίδωμι) 1. εκφύω, παράγω, φέρω 2. εκβάλλω, εκπέμπω, βγάζω, σκορπίζω (οσμή, φλόγα, καπνό κ.ά.) 3. αναβλύζω, αναβρύω νεοελλ. (αμτβ.) 1. βλαστάνω, φυτρώνω 2. (για φυτά) ευδοκιμώ, προοδεύω 3. ανακτώ τις σωματικές μου δυνάμεις, αναρρώνω …   Dictionary of Greek

  • απομείρομαι — ἀπομείρομαι (Α) 1. διαμοιράζω 2. αποχωρίζομαι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.